Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013
Στην κόλαση του λαχανόκηπου
Δαιμονικά κωμικό βιβλίο από τον πατέρα της λογοτεχνίας του φανταστικούΤης Μαριας Τοπαλη
Ε.Τ.Α. ΧΟΦΜΑΝ
Η Μνηστή του Βασιλιά, ένα παραμύθι σχεδιασμένο εκ του φυσικού
μετ. Εύη Μαυρομμάτη
εκδ. Λαγουδέρα
«Δεν μου πήγαινε», έλεγε ο Γκαίτε για τον Ε.Τ.Α. Χόφμαν (1776-1822) – ευτυχώς μετά τον θάνατο του τελευταίου. Ο ολύμπιος θεός απέρριπτε, ως γνωστόν, ό,τι παρεξέκλινε από τη νόρμα. Και ο Χόφμαν, πολυτάλαντος, αλκοολικός, βασανισμένος, δεν θα γινόταν βέβαια πατέρας της λογοτεχνίας του φανταστικού αν ήταν άνθρωπος της νόρμας. Η επιρροή του έργου του πέρασε ταχύτατα τα σύνορα της γερμανικής γλώσσας και απλώθηκε στη Γαλλία, όπου ο Μπωντλαίρ τον αποθεώνει ως τον απόλυτο κωμικό, αλλά και στη Ρωσία, την Αγγλία και στην Αμερική (ο Πόου υπήρξε θαυμαστής του).Η δαιμονική αίσθηση του κωμικού διακρίνει ιδιοφυΐες σαν τον Χόφμαν καθώς φωτίζουν αναφλεγόμενοι τις καταθλιπτικές επικράτειες της δεξιοτεχνίας και του καθωσπρέπει επαρχιωτισμού. Στη «Μνηστή του Βασιλιά» διακωμωδούνται ανελέητα τυπικοί χαρακτήρες και συνθήκες της γερμανικής επαρχίας: ο φοιτητής που πίνει, καπνίζει και γράφει στίχους· ο ξεπεσμένος αριστοκράτης σε ρόλο μυστικιστή-φιλοσόφου· η ενάρετη ενασχόληση με τις γεωργικές εργασίες.
Ο κόσμος του κακού, που με μαεστρία ξέρει να σκηνοθετεί καθαρά κινηματογραφικά ο Χόφμαν, κατοικείται εδώ από μοχθηρά, μικροσκοπικά πλάσματα που δεν είναι άλλα από τα στοιχειωμένα λάχανα, τα καρότα και τα ραπανάκια – ό,τι δηλαδή θεωρούμε συνήθως αγνό, ταπεινό και κάπως άνοστο, για να κινήσει υποψίες εμπλοκής σε νοσηρές και λάγνες περιπέτειες. Εδώ άλλωστε έγκειται η βασική κωμική συνθήκη, που δεν είναι άλλη από τη μετάλλαξη του αθώου λαχανόκηπου, του εύφορου βασιλείου της αφράτης και ροδαλής δεσποινίδας Αννούλας φον Τσάμπελτάου σε τόπο κυριαρχίας των άνομων ορέξεων του βασιλιά Δαύκου Καρότου του Πρώτου.
Αίθουσα βασανιστηρίων
Η λύση δίνεται σπαρταριστά, θυμίζοντας τον βάρδο Κακοφωνίξ (δεν είναι καθόλου περίεργο που λάτρεψαν τον Χόφμαν ειδικά οι Γάλλοι!). Δεν είναι τα ξόρκια του αλλοπαρμένου αλχημιστή-πατέρα, δεν είναι ο έρωτας του Αμάνδου, αλλά η κακοφωνία του τελευταίου που τρέπει οριστικά σε φυγή το κακόβουλο πνεύμα των λαχανικών. Κορυφαία σκηνή τυπικής α λα Χόφμαν υπερπαραγωγής, όπου «ακούμε» σχεδόν την έντονη μουσική της υπόκρουση, το όργιο που επικρατεί όταν οδηγείται ο βασιλιάς Καρότος στην κουζίνα, τόπο βασανισμού και εξόντωσης των λαχανικών: «Και τότε, από όλες τις κατσαρόλες, τα τσουκάλια και τα τηγάνια, ξεχύθηκαν σαν τη μαινόμενη στρατιά εκατοντάδες εκατοντάδων ασχημομούρικα κοντοστούπικα ανθρωπάκια... τον έριξαν ανάσκελα μέσα σε μια μεγάλη λεκάνη, τον ζεμάτισαν, χύνοντας πάνω του τον ζωμό απ’ όλα τα κατσαρολικά, και τον πασπάλισαν με ψιλοκομμένα αυγά, άνθη μοσχοκάρυδου και ψίχουλα ψωμιού.» Η επιμελημένη από τον Δ. Αλεξάκη (γνωστού από τις εξαιρετικές δίγλωσσες «Μεταφορές» του Γαβριηλίδη) έκδοση σε ωραία μετάφραση της Εύης Μαυρομμάτη, που εκπόνησε και εκτενή εισαγωγή, δίνουν άλλη μια γερή δόση στους ανά την Ελλάδα λάτρεις του Χόφμαν.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13, ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013
Ο θείος Βάνιας, που ο Τσέχωφ τον χαρακτηρίζει «σκηνές από τη ζωή στο χωριό σε τέσσερις πράξεις», θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας δραματολογίας.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο κτήμα του Σερεμπριακώφ, στη ρωσική επαρχία, όπου ο συνταξιούχος καθηγητής αποφασίζει να περάσει το τέλος της ζωής του μαζί με τους συγγενείς της πρώην συζύγου του: τον Θείο Βάνια που βασανίζεται από το αίσθημα μιας χαραμισμένης ζωής και ενός ανεκπλήρωτου έρωτα για την πολύ νεότερη σύζυγο του καθηγητή, την Γιελένα, την κόρη του Σόνια, μια στερημένη εργατική κοπέλα που αγαπά κρυφά τον γοητευτικό και παρηκμασμένο γιατρό Αστρώβ και την ψευτοδιανοούμενη πεθερά του Μαρία Βασίλιεβνα. Η πλήξη και τα αδιέξοδα μιας κοινωνίας σε παρακμή οδηγούν το δράμα της συμβίωσης όλων αυτών των ανθρώπων στην κορύφωσή του και τη θλιβερή του λύση, που αποκαθιστά τις ισορροπίες αλλά δεν οδηγεί στην ανθρώπινη ευτυχία.
Ο Τσέχωφ σκιαγραφεί με επιδεξιότητα τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που κυοφορούνται και οραματίζεται ένα μέλλον πιο κοντά στις ανθρώπινες αξίες.
Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013
Σε αυτό το δοκίμιο ο πόθος εξετάζεται ως μια δύναμη εγγενής σε κάθε ύλη και κάθε ύπαρξη. Ο πόθος αυτός εκδηλώνεται μέσα από την έλξη – τον έρωτα – και μέσα από την απώθηση – το μίσος.
Ο έρωτας και το μίσος (παιδιά της επιθυμίας και όχι το αντίστροφο) διαιρούνται με τη σειρά τους δια δύο: στον έρωτα για τον εαυτό και στον έρωτα για τον άλλο, στο μίσος για τον εαυτό και στο μίσος για τον άλλο. Τέσσερις βασικές κινήσεις: δύο κινήσεις έλξης και δύο κινήσεις απώθησης, από τις οποίες προκύπτουν όλα τα πάθη, που εδώ αποκαλούνται απλά εμπειρίες του πόθου.
Οι εμπειρίες που απορρέουν από την προσκόλληση στον εαυτό όπως ο ναρκισσισμός ή ο εγωισμός· οι εμπειρίες που απορρέουν από την προσκόλληση στον άλλο, όπως το σεξ, ο έρωτας για τα αντικείμενα ή για τη γνώση· οι εμπειρίες που απορρέουν από το μίσος για τον εαυτό όπως ο μαζοχισμός, η ανορεξία, η αγωνία ή η απελπισία· οι εμπειρίες που απορρέουν από το μίσος για τον άλλο όπως η εκδίκηση, ο σαδισμός, η δολοφονία ή ο πόλεμος γίνονται στο βιβλίο αυτό αντιληπτές ως κόρες των δυνάμεων έλξης και απώθησης της επιθυμίας και δημιουργούν ένα ρεύμα γεμάτο αποχρώσεις και αντιφάσεις που δίνουν εξίσου πνοή στα πρόσωπα και στα πράγματα.
Απαλλαγμένο από ηθικές κρίσεις και παραλήψεις σχετικά με τις αβύσσους που αποτελούν την ανθρώπινη φύση, το βιβλίο αυτό εξερευνά τη γεωγραφία των παθών όπου η αρνητικότητα αντιμετωπίζεται ως μια δύναμη βασική και απαραίτητη που δίνει πνοή εκ των έσω στη μηχανική της ζωής και στη ροή του σύμπαντος. Για το λόγο αυτό τα λεγόμενα αρνητικά και καταστροφικά πάθη έχουν εδώ την ίδια θέση με τα θετικά και συνεκτικά πάθη, και για τον ίδιο λόγο αποφεύγονται έννοιες όπως διαστροφή, απόκλιση ή αρρώστια και ορίζεται μόνο αυτό που είναι στη ουσία οι εμπειρίες του πόθου-επιθυμίας.
Στο τέλος κατάλαβα κι ας πα να μ’
έλεγαν τρελό
πως από ένα τίποτα γίνεται ο Παράδεισος, έχει γράψει ο
Ελύτης.
Φτιάχνουμε βιβλία από ’να τίποτα…
Φτιάχνουμε βιβλία για να αναπνέουμε…
Φτιάχνουμε βιβλία για να ζήσουμε…
Φτιάχνουμε βιβλία για να αγαπήσουμε…
Φτιάχνουμε βιβλία για να γίνουμε
καλύτεροι…
Φτιάχνουμε βιβλία για να
ταξιδεύουμε…
στη φαντασία, με την ψυχή μας, μαζί
με τους άλλους αλλά και μόνοι μας,
παρέα με το φως, να δούμε σκοτεινές
πτυχές,
για να αντέχουμε τους φόβους μας, να
μπορούμε να αγγίζουμε,
και να θέλουμε παρόλ’ αυτά να
συνεχίζουμε…
Φτιάχνουμε βιβλία γιατί είμαστε
φτιαγμένοι από το όνειρο…
Γιατί θέλουμε να ρουφάμε τη ζωή…
Γιατί θέλουμε να βουτάμε στη
φαντασία…
Γιατί η ζωή είναι στιγμές… στιγμές
που διαρκούν για πάντα…
Γιατί τα βιβλία είναι λάμψεις…
Και βρίσκουμε στη διάρκεια μιας
λάμψης την πιθανή ευτυχία μας…
Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)





